amando

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

amando < amand- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική amando amandoj
αιτιατική amandon amandojn

amando (eo)


Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Γερούνδιο[επεξεργασία]

amando