Μετάβαση στο περιεχόμενο

amate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

amate, papel amate (náhuatl: ámatl)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • amate στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια