Μετάβαση στο περιεχόμενο

ambasada

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ambasada ambasady
γενική ambasady ambasad
δοτική ambasadzie ambasadom
αιτιατική ambasadę ambasady
οργανική ambasadą ambasadami
τοπική ambasadzie ambasadach
κλητική ambasado ambasady

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ambasada < γαλλική ambassade

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ambasada (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ambasada (sr)