Μετάβαση στο περιεχόμενο

amori

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

amori < amoro + -i

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈmo.ɾi/
ρήμα amori
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας amoras amoranta amorata
αόριστος amoris amorinta amorita
μέλλοντας amoros amoronta amorota
υποθετική amorus - -
προστακτική amoru - -

amori (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

amori (io)