amputated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

amputated (en)

  1. ακρωτηριασμένος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

amputated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος amputate