amuse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

amuse (en)

  • διασκεδάζω κάποιον (κάνω κάποιον να γελάσει ή να χαμογελάσει ή να περάσει ευχάριστα την ώρα του)

Συνώνυμα[επεξεργασία]