Μετάβαση στο περιεχόμενο

amygdalite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
amygdalite amygdalites

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

amygdalite (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη amygdale