anachronisme
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| anachronisme | anachronismes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- anachronisme < αρχαία ελληνική ἀνά (ana-) + chronos < χρόν(ος) + -ισμός > -isme.[1] Επίσης, η ίδια μορφολογία στο μεσαιωνικό ή όψιμο ελληνιστικό ἀναχρονισμός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.na.kʁɔ.nism/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]anachronisme (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ anachronisme - ετυμολογία - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Πηγές
[επεξεργασία]- anachronisme - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- anachronisme - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]anachronisme (nl)