Μετάβαση στο περιεχόμενο

anagenèse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
anagenèse anagenèses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

anagenèse (fr) θηλυκό