analgetic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

analgetic (en)

  1. αναλγητικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]