Μετάβαση στο περιεχόμενο

anamnèse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
anamnèse anamnèses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

anamnèse (fr) θηλυκό