Μετάβαση στο περιεχόμενο

ancestry

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ancestry ancestries

ancestry (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  • η καταγωγή
    παράδειγμα  What is your ancestry?
    Ποια είναι η καταγωγή σου;
    παράδειγμα  I’m from Chicago, but I have Greek ancestry.
    Είμαι από το Σικάγο, αλλά έχω ελληνική καταγωγή.