Μετάβαση στο περιεχόμενο

anchilosi

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
anchilosi < αρχαία ελληνική ἀγκύλωσις

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.kiˈlɔ.zi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

anchilosi (it) θηλυκό

  • (ιατρική) η αγκύλωση
    παράδειγμα L'anchilosi del gomito limita notevolmente i movimenti del braccio.
         Η αγκύλωση του αγκώνα περιορίζει σημαντικά τις κινήσεις του βραχίονα.