anchor

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

λείπει η προφορά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

anchor (en)

  1. άγκυρα
  2. αυτός που προσφέρει σε κάποιον την αίσθηση της ασφάλειας
  3. (ΗΠΑ) το ούπα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: wall plug (ΗΒ)
  4. (πληροφορική) άγκυρα

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

anchor (en)

  1. αγκυροβολώ
  2. στερεώνω κάτι ώστε να μην κινείται
  3. βασίζω κάτι
  4. εκφωνώ τις ειδήσεις σε ηλεκτρονικό μέσο