andra
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- andra < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνήρ, με θέμα ἀνδρ- (όπως στην αιτιατική ενικού «ἄνδρα» ή τον μεταγενέστερο τύπο «ἄνδρας») διατηρώντας την προφορά του <νδ> ως [nd]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]andra (àndra), ελληνική γραφή: άντρα)
Πηγές
[επεξεργασία]- àndra Vocabolario σελ.142 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)