angélique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

angélique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
→ δείτε τη λέξη  ange