angélologie
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| angélologie | angélologies |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɑ̃.ʒe.lɔ.lɔ.ʒi/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]angélologie (fr) θηλυκό
- (θεολογία) η αγγελολογία
| ενικός | πληθυντικός |
| angélologie | angélologies |
angélologie (fr) θηλυκό