Μετάβαση στο περιεχόμενο

angelologia

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
angelologia angelologie

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
angelologia < angelo + -logia

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.d͡ʒe.lo.loˈd͡ʒi.a/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angelologia (it) θηλυκό



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.ɡɛ.lɔˈlɔ.ɡja/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angelologia (pl) θηλυκό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɐ̃.ʒɨ.lu.luˈʒi.ɐ/ (Πορτογαλία)
ΔΦΑ : /ɐ̃.ʒe.lo.loˈʒi.ɐ/ (Βραζιλία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angelologia (pt) θηλυκό



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɑŋːeloˌloɡiɑ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angelologia (fi)