Μετάβαση στο περιεχόμενο

angioma

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
angioma angiomas
Και πληθυντικός angiomata

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angioma (en)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
angioma angiomas

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /anˈxjoma/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angioma (es) αρσενικό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
angioma angiomi

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angioma (it) αρσενικό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɐ̃ˈʒjo.mɐ/ (Πορτογαλία)
ΔΦΑ : /ɐ̃.ʒiˈõ.mɐ/ (Βραζιλία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angioma (pt) αρσενικό