Μετάβαση στο περιεχόμενο

angiome

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
angiome angiomes

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɑ̃.ʒjɔm/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angiome (fr) αρσενικό