Μετάβαση στο περιεχόμενο

angiopathy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
angiopathy angiopathies

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
angiopathy < angio- + -pathy

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

angiopathy (en)