angioscope
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| angioscope | angioscopes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]angioscope (en)
- (ιατρική) το αγγειοσκόπιο
| ενικός | πληθυντικός |
| angioscope | angioscopes |
angioscope (en)