Μετάβαση στο περιεχόμενο

anio

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
Αρχικοί τύποι Eνεργητική
Φωνή
Παθητική
Φωνή
Ενεστώτας  anìo   anìome 
Παρατατικός  àniona, enìona, anìona 
Αόριστος  ànifsa 
Μετοχή αορίστου  anìfsonta 
Μετοχή παρακειμένου  animmèno 

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
anio < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνοίγω < ἀνα- + οἴγω

anio (anìo)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]