anio
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]| Αρχικοί τύποι | Eνεργητική Φωνή |
Παθητική Φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | anìo | anìome |
| Παρατατικός | àniona, enìona, anìona | |
| Αόριστος | ànifsa | |
| Μετοχή αορίστου | anìfsonta | |
| Μετοχή παρακειμένου | animmèno |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- anio < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνοίγω < ἀνα- + οἴγω
Ρήμα
[επεξεργασία]anio (anìo)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- anìo Vocabolario σελ.143 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
- AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 1626 (apri [aprire; apri la porta! aprite la porta!), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.