anmak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

anmak (tr)

  1. αναφέρω, μνημονεύω
  2. φέρνω στο μυαλό μου, θυμάμαι

Κλίση[επεξεργασία]