anneau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

anneau < λατινική annellus ή annulus, υποκοριστικά του annus

Προφορά[επεξεργασία]

anneau 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
anneau anneaux

anneau (fr) αρσενικό

  1. ο δακτύλιος, το δαχτυλίδι
     συνώνυμα: bague
  2. (αρχιτεκτονική) οριζόντιο κυκλικό χώρισμα μιας κολόνας
  3. ο κρίκος, ο χαλκάς