anneau

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

anneau < λατινική annellus ή annulus, υποκοριστικά του annus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

anneau 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
anneau anneaux

anneau (fr) αρσενικό

  1. ο δακτύλιος, το δαχτυλίδι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bague
  2. (αρχιτεκτονική) οριζόντιο κυκλικό χώρισμα μιας κολόνας