annuel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

annuel 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό annuel annuels
θηλυκό annuelle annuelles

annuel (fr) αρσενικό

  1. ετήσιος
    Le salaire annuel. - Ο ετήσιος μισθός.