anoppi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

anoppi (fi)

  1. η πεθερά