Μετάβαση στο περιεχόμενο

antaŭvidite

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
antaŭvidite < antaŭ + vidite

Επίρρημα

[επεξεργασία]

antaŭvidite (eo)

kiel antaŭvidite..., όπως το είχαμε προβλέψει...