anticamente

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

anticamente (it)

  1. προηγουμένως