antisémite
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]antisémite (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- o αντισημίτης, η αντισημίτρια
Επίθετο
[επεξεργασία]antisémite (fr)
antisémite (fr) αρσενικό ή θηλυκό
antisémite (fr)