antitout

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

antitout < anti- + tout

Επίθετο[επεξεργασία]

antitout (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (οικείο) που εναντιώνεται στα πάντα, που λέει « όχι » στον καθένα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

antitout (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. (οικείο) που εναντιώνεται στα πάντα, που λέει « όχι » στον καθένα