anvertrauen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

anvertrauen (de)

  1. (μεταβατικό) (jemandem etwas) εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον
  2. (reflexiv) (sich jemandem) εμπιστεύομαι