anvertrauen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

anvertrauen (de)

  1. (μεταβατικό) (jemandem etwas) εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον
  2. (reflexiv) (sich jemandem) εμπιστεύομαι