anziehen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

anziehen (de)

  1. βάζω (ένα ένδυμα)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ausziehen
  2. sich anziehen - ντύνομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: sich ausziehen