aortique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ɔʁ.tik/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aortique aortiques

aortique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αορτικός