Μετάβαση στο περιεχόμενο

aparta

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aparta < apart + -a

Επίθετο

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική apartaapartaj
αιτιατική apartanapartajn

aparta (eo)

valoras doni apartan atenton - αξίζει να δώσει κανείς ξεχωριστή προσοχή