apartamento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

apartamento < apartament- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική apartamento apartamentoj
αιτιατική apartamenton apartamentojn

apartamento (eo)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

apartamento < λατινική ad- + pars + -amentum

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
apartamento apartamentos

apartamento (es) αρσενικό

  1. διαμέρισμα
    tiene un apartamento muy bonito - έχει ένα πολύ όμορφο διαμέρισμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]