apartamento

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

apartamento < apartament- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική apartamento apartamentoj
αιτιατική apartamenton apartamentojn

apartamento (eo)



Flag of the Hispanicity.svg Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
apartamento apartamentos

apartamento (es) αρσενικό

  1. διαμέρισμα
    tiene un apartamento muy bonito - έχει ένα πολύ όμορφο διαμέρισμα