Μετάβαση στο περιεχόμενο

apartheid

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apartheid (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
apartheid < αφρικάανς apartheid (διαχωρισμός)

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apartheid (fr) αρσενικό


Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apartheid (es)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apartheid (it)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

apartheid (pl) αρσενικό