apetecer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

apetecer (pt)

  1. ορέγομαι, έχω όρεξη για κάτι