Μετάβαση στο περιεχόμενο

apocope

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
apocope apocopes

apocope (fr) θηλυκό