Μετάβαση στο περιεχόμενο

apologist

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
apologist < apology + -ist

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
apologist apologists

apologist (en)

  • ο απολογητής, άτομο που προσπαθεί να εξηγήσει και να υπερασπιστεί κάτι ή κάποιον, ιδίως ένα πολιτικό σύστημα ή θρησκευτικές ιδέες
    παράδειγμα  He became known as the chief apologist for hardline government policies.
    Έγινε γνωστός ως ο βασικός απολογητής των σκληροπυρηνικών κυβερνητικών πολιτικών.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη apology