Μετάβαση στο περιεχόμενο

apostolique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
apostolique apostoliques

apostolique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]