Μετάβαση στο περιεχόμενο

appât

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
appât appâts

appât (fr) αρσενικό

  1. το δόλωμα, το δέλεαρ, ο δόλος
  2. το θέλγητρο