appelé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό appelé appelés
θηλυκό appelée appelées

appelé (fr)

  1. καλεσμένος, προσκεκλημένος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
appelé appelés

appelé (fr) αρσενικό

  1. φαντάρος, στρατιώτης, αυτός που κλήθηκε να κάνει τη στρατιωτική του θητεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη appeler