Μετάβαση στο περιεχόμενο

applet

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]

/ˈæplɪt/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ψηφιακή εφαρμογή

πλήρης μορφή

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Word Reference - applet