applicable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

applicable (en)

  1. σχετικός, κατάλληλος
  2. ευεφάρμοστος, ευκολοεφάρμοστος



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
applicable applicables

applicable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. εφαρμόσιμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]