appointment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
appointment appointments

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

appointment (en)

  1. ο διορισμός, η ανάδειξη
    his appointment to the UN - ο διορισμός του στον ΟΗΕ
     συνώνυμα: nomination, assignment
  2. το ραντεβού
    doctor’s appointment - ιατρικό ραντεβού
    I have an appointment at ten - έχω ραντεβού στις δέκα
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη meeting

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • → δείτε τη λέξη appoint

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 240, 765. ISBN 9780194325684. , λήμμα: διορισμός, ραντεβού