Μετάβαση στο περιεχόμενο

apportion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας apportion
γ΄ ενικό ενεστώτα apportions
αόριστος apportioned
παθητική μετοχή apportioned
ενεργητική μετοχή apportioning

apportion (en)