Μετάβαση στο περιεχόμενο

approvingly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός approvingly
συγκριτικός more approvingly
υπερθετικός most approvingly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
approvingly < approving + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

approvingly (en)