Μετάβαση στο περιεχόμενο

approximant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
approximant < (λόγιο δάνειο) λατινική approximāns, μετοχή του ρήματος approximo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

approximant (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Peter Ladefoged (1964). A phonetic study of west African languages [Φωνητική μελέτη των δυτικοαφρικών γλωσσών] (στα αγγλικά) Κέιμπριτζ: Εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό approximant approximants
θηλυκό approximante approximantes

Επίθετο

[επεξεργασία]

approximant (fr)

  1. προσεγγιστικός (που προσεγγίζει)
  2. (φωνητική) προσεγγιστικός (για φθόγγο, που γίνεται με προσέγγιση)
     δείτε το θηλυκό approximante

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μετοχή

[επεξεργασία]

approximant (fr)