approximant
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- approximant < (λόγιο δάνειο) λατινική approximāns, μετοχή του ρήματος approximo
- για τη φωνητική: ουσιαστικοποιημένο, εννοείται: approximant consonant (προσεγγιστικό σύμφωνο)· ο όρος δημιουργήθηκε από τον βρετανό γλωσσολόγο Peter Ladefoged ⓘ) την δεκαετία του 1960[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]approximant (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
approximant consonant στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Peter Ladefoged (1964). A phonetic study of west African languages [Φωνητική μελέτη των δυτικοαφρικών γλωσσών] (στα αγγλικά) Κέιμπριτζ: Εκδόσεις του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ
Πηγές
[επεξεργασία]- approximant - Oxford Learner's Dictionaries
- approximant - Cambridge Dictionary online
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | approximant | approximants |
| θηλυκό | approximante | approximantes |
Επίθετο
[επεξεργασία]approximant (fr)
- προσεγγιστικός (που προσεγγίζει)
- (φωνητική) προσεγγιστικός (για φθόγγο, που γίνεται με προσέγγιση)
- → δείτε το θηλυκό approximante
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
consonne spirante στη γαλλική Βικιπαίδεια

Μετοχή
[επεξεργασία]approximant (fr)
- μετοχή ενεστώτα του ρήματος approximer: που προσεγγίζει
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα λατινικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Όροι με πατρότητα (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Φωνητική (αγγλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Επίθετα (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Φωνητική (γαλλικά)
- Μετοχές (γαλλικά)
- Μετοχές ενεστώτα (γαλλικά)