Μετάβαση στο περιεχόμενο

apreci

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
apreci < aprec- + -i
ρήμα apreci
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας aprecas aprecanta aprecata
αόριστος aprecis aprecinta aprecita
μέλλοντας aprecos apreconta aprecota
υποθετική aprecus - -
προστακτική aprecu - -

apreci (eo)